Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

root climber


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο climber παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: root
  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
climber n(plant: vine)αναρριχητικό φυτό επίθ + ουσ ουδ
 I planted several flowering climbers along the fence.
climber n(rock climber, mountain climber)αναρριχητής, αναρριχήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 The national park is a popular destination for climbers because of the many cliff faces.
climber nfigurative (person: social climber)φιλόδοξος επίθ
  τυχοδιώκτης, τυχοδιώκτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
  αριβίστας ουσ αρσ
 Cate is a climber who has vowed to marry a millionaire.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
mountain climber n([sb] who scales mountains)ορειβάτης ουσ αρσ
rock climber n([sb] who scales mountains)αναρριχητής ουσ αρσ
 My friend the rock climber intends to scale Mount Everest this year.
social climber n([sb] who aspires to higher classes)αριβίστας, κοινωνικός αναρριχησίας έκφρ
 Jane's such a social climber! - she only goes out with upper-class men.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση root climber στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «root climber».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!